Αν κάτι μάθαμε από αυτή την πρωτόγνωρη πανδημική κρίση, αυτό ήταν το πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος. Ωστόσο, οι ειδικοί στο πεδίο της νευροβιολογίας και της χρονικής επεξεργασίας ισχυρίζονται, πως είναι πολύ πιθανό, κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών και υπό τη σκιά της πανδημίας, η αντίληψη των ανθρώπων γύρω από το χρόνο να «διαστρεβλώθηκε».

Ένας από τους βασικούς λόγους ενδεχομένως να είναι το γεγονός, ότι περιορίστηκαν οι προσλαμβάνουσες και οι αναμνήσεις, που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένας άνθρωπος μέσα από την επαφή του με τον υπόλοιπο κόσμο (π.χ., ταξίδια, εκδηλώσεις). 

Παράλληλα, μία ακόμη αιτία «σύγχυσης» γύρω από την έννοια του χρόνου θα μπορούσε να αποδοθεί στον «αιφνίδιο» χαρακτήρα των συμπεριφορικών αλλαγών, που οι άνθρωποι κλήθηκαν να αφομοιώσουν μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα για λόγους υγειονομικής προστασίας, με αποτέλεσμα την κατασπατάληση αρκετών γνωστικών πόρων.

Στο σημείο αυτό, είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε, ότι η αίσθηση του χρόνου εκτιμάται πως επηρεάζεται όχι μόνο από τα προσωπικά μας χαρακτηριστικά, αλλά και από το επίπεδο των αλλαγών που ο κάθε άνθρωπος βιώνει στη ζωή του.

Έτσι, φαίνεται πως όσοι είχαν μειωμένες προσλαμβάνουσες αυτό το διάστημα ενδεχομένως να ένιωσαν ένα «πάγωμα» του χρόνου, ενώ όσοι βίωσαν μεγαλύτερες μεταβάσεις στη ζωή τους να αισθάνθηκαν μία «επιτάχυνση» του χρόνου. 

Σε κάθε περίπτωση, η πανδημία φαίνεται πως στάθηκε η αφορμή, έτσι ώστε αρκετοί άνθρωποι να συνειδητοποιήσουν, ότι ο τρόπος που δαπανούν τον χρόνο τους επηρεάζει την ευρύτερη αίσθηση που έχουν για τη ζωή τους.

Συμπερασματικά, γίνεται κατανοητό, ότι αυτά τα δύο χρόνια ο καθένας από εμάς έδωσε τον δικό του προσωπικό αγώνα και ότι αυτό, σε αρκετές περιπτώσεις μας βοήθησε να αποκτήσουμε ακόμα βαθύτερη γνώση του εαυτού και του κόσμου μας. 

Οι εμπειρίες και τα βιώματα αυτά θα πρέπει να λειτουργήσουν ως κεκτημένα και να αξιοποιηθούν ως διδάγματα για ένα καλύτερο μέλλον, χωρίς να παραμένουμε «παγωμένοι» στο χρόνο πριν από την πανδημία.